Η ΛΕΠΡΑ
Η λέπρα ή νόσος του Hansen είναι μια νόσος που προσβάλλει κυρίως το δέρμα και τα νεύρα που βρίσκονται κάτω από αυτό, και μπορεί, αν δεν θεραπευτεί, να οδηγήσει σε παραμορφώσεις. Προκαλείται από το Μυκοβακτηρίδιο της λέπρας, ένα μικρόβιο που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το μικρόβιο που προκαλεί τη φυματίωση, αν και η μεταδοτικότητά του είναι αρκετά μικρότερη από αυτή της φυματίωσης. Η ετυμολογία της λέπρας σχετίζεται με τις λέξεις λέπι και λεπίδα, οι οποίες αφορούν το ξεφλούδισμα του δέρματος που προκαλεί η νόσος. Πρόκειται για μία πάθηση που είναι γνωστή από τους αρχαίους χρόνους και στο παρελθόν συνδεόταν με κοινωνικό στίγμα.
Από την αρχαιότητα είναι γνωστή η λέπρα, που φαίνεται να περιγράφηκε αρχικά στην Ινδία και να μεταδόθηκε στη συνέχεια στο δυτικό κόσμο. Στην Ευρώπη πιθανόν να μεταδόθηκε από τα ρωμαϊκά στρατεύματα. Εξ αιτίας των ενδείξεων που υπήρχαν για τη μεταδοτικότητα της νόσου, καθιερώθηκαν μέτρα απομόνωσης των πασχόντων ήδη από το Μεσαίωνα. Οι πάσχοντες ήταν υποχρεωμένοι να φορούν άσπρα ρούχα και μεγάλα κουδούνια για να ειδοποιούνται για την έλευσή τους οι υγιείς. Σε μεταγενέστερες εποχές, δημιουργήθηκαν τα λεπροκομεία ή λαζαρέτα. Από τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα η Νορβηγία μαστιζόταν από τη νόσο το 19ο αιώνα, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα εντατική έρευνα πάνω στο αίτιο της λέπρας και τελικά την ανακάλυψη του μικροβίου από το Νορβηγό Hansen. Στην Ελλάδα υπήρχαν οικισμοί λεπρών, που αποκαλούνταν και μεσκηνιές, στα σύνορα των πόλεων. Το 1901, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η εξάπλωση της λέπρας, η Κρητική Πολιτεία θέσπισε την απομόνωση των λεπρών στο μικρό νησί της Σπιναλόγκα στα βόρεια της Κρήτης. Είχε τότε υπολογιστεί ότι στην Κρήτη, επί συνόλου 320 χιλιάδων κατοίκων, υπήρχαν 600 λεπροί. Σταδιακά μεταφέρθηκαν στο νησί πάσχοντες από όλη την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη και ο πληθυσμός έφτασε μέχρι χιλίους κατοίκους. Μετά την ανακάλυψη της θεραπείας για τη λέπρα, σταδιακά ελαττώθηκε ο πληθυσμός του νησιού και η Σπιναλόγκα έκλεισε το 1957.
Το πρώτο σύμπτωμα της λέπρας είναι η εμφάνιση μιας ή περισσοτέρων κηλίδων στο δέρμα, και κυρίως στις εκτεθειμένες περιοχές όπως τα χέρια και το πρόσωπο. Σε άτομα με ανοιχτόχρωμο δέρμα συνήθως έχουν ερυθρό χρώμα, ενώ σε άτομα με σκουρόχρωμο δέρμα μπορεί να είναι πιο ανοιχτόχρωμες. Οι κηλίδες αυτές αυξάνονται πολύ αργά, αλλά στη συνέχεια προσβάλλουν και τα νεύρα που βρίσκονται κάτω από το δέρμα με αποτέλεσμα να χάνεται η αισθητικότητα και γι' αυτό δεν πονάει ο ασθενής. Επίσης, μπορεί σταδιακά να εμφανιστούν διογκώσεις στο δέρμα που τελικά καταλήγουν σε παραμορφώσεις. Αν δεν δοθεί θεραπεία, οι βλάβες αυξάνονται και μπορεί να οδηγήσουν σε μολύνσεις, ακρωτηριασμούς, τύφλωση και άλλες επιπλοκές.
Η διάγνωση της λέπρας γίνεται με βιοψία του δέρματος. Εδώ και αρκετές δεκαετίες υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία. Τα φάρμακα που κυρίως χρησιμοποιούνται είναι η δαψόνη, η ριφαμπικίνη και η κλοφαζιμίνη, σε συνδυασμούς, συνήθως για αρκετούς μήνες ή και χρόνια. Με σωστή παρακολούθηση, και εφόσον ο ασθενής παίρνει τα φάρμακά του, η νόσος θεραπεύεται αποτελεσματικά. Σε περίπτωση εμφάνισης κάποιου περιστατικού λέπρας, δεν χρειάζεται να ληφθούν κάποια μέτρα, εφόσον δεν θεωρείται ιδιαίτερα μεταδοτική νόσος. Επίσης, δεν υπάρχει κάποια εξέταση που μπορεί να κάνει κάποιος για να καταλάβει αν έχει μολυνθεί. Συνιστάται όμως παρακολούθηση των στενών επαφών του ασθενούς, δηλαδή για παράδειγμα όσων διαμένουν στο ίδιο σπίτι με τον ασθενή, για εμφάνιση συμπτωμάτων λέπρας.
Η λέπρα δεν είναι ιδιαίτερα μεταδοτική και ο τρόπος μετάδοσης δεν είναι απολύτως γνωστός. Πιθανολογείται ότι γίνεται μέσω της αναπνευστικής οδού, και κυρίως με τις εκκρίσεις της μύτης, αν και η μετάδοση είναι πιθανή και μετά από επαφή με το δέρμα ατόμου που πάσχει. Ειδικά όταν υπάρχουν τραυματισμοί στο δέρμα, διευκολύνεται η είσοδος του μικροβίου. Πάντως είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ατόμων, περίπου 95%, που μολύνονται από το μικρόβιο δεν εκδηλώνουν τη νόσο, ενώ μόνο το 5% του πληθυσμού έχει κάποια προδιάθεση να εμφανίσει τα συμπτώματα.
Αν και υπάρχει η εντύπωση ότι η λέπρα είναι νόσος μιας παλαιότερης εποχής που έχει πλέον εξαφανιστεί, στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλές χιλιάδες νέα κρούσματα παγκοσμίως. Η λέπρα εξακολουθεί να εμφανίζεται σε αρκετές, κυρίως αναπτυσσόμενες, χώρες του κόσμου. Τα περισσότερα περιστατικά είναι από τη Βραζιλία και την Ινδία, όπου νοσεί πάνω από ένα άτομο ανά 10 χιλιάδες κατοίκους. Στις ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, δεν γίνεται ενεργή καταγραφή των περιστατικών κι έτσι δεν μπορούμε να έχουμε σαφή αντίληψη για την έκταση της νόσου. Είναι πάντως πολύ πιθανό να υπάρχουν περιστατικά λέπρας, με δεδομένο ότι είναι μία νόσος που εκδηλώνεται πολύ αργά, και περνούν αρκετά χρόνια από τη μόλυνση μέχρι να εμφανιστούν συμπτώματα. Άτομα που έχουν ζήσει αρκετό διάστημα σε χώρες όπου ενδημεί η λέπρα, όπως και στενοί συγγενείς αυτών των ατόμων, είναι πιο πιθανό να νοσήσουν. Επιπλέον, μεταξύ του μεγάλου αριθμού μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα, είναι βέβαιο ότι θα υπάρχουν και ασθενείς που πάσχουν από λέπρα.
Συμπερασματικά, αν και έχει περιοριστεί σημαντικά, η λέπρα δεν έχει πλήρως εξαφανιστεί. Μεμονωμένα περιστατικά λέπρας είναι πιθανό να συνεχίσουν να εμφανίζονται, όμως είναι καθησυχαστικό ότι πρόκειται για μία νόσο με μικρή μεταδοτικότητα και αποτελεσματική θεραπεία.
Χρήστος Κοσμίδης
Παθολόγος - Λοιμωξιολόγος
