Έλλειψη βιταμίνης D: πώς μια παρεξήγηση δημιούργησε μια πλασματική επιδημία — Ενημερωμένη έκδοση 2026

Σημείωμα ενημέρωσης (Μάιος 2026): Το άρθρο αυτό για την έλλειψη βιταμίνης D αναδημοσιεύεται σε ριζικά ενημερωμένη μορφή με βάση τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες της Endocrine Society 2024 («Vitamin D for the Prevention of Disease», JCEM, Αύγουστος 2024), τα τελικά αποτελέσματα της μεγάλης τυχαιοποιημένης μελέτης VITAL, και τις σημαντικές μεταναλύσεις 2023–2025 που άλλαξαν εντελώς την εικόνα. Αν παίρνετε βιταμίνη D «επειδή έτσι λένε», αυτό το άρθρο σας αφορά άμεσα.

Πριν δέκα χρόνια, αν ο γιατρός σας ζητούσε εξέταση για 25-υδροξυβιταμίνη D, η απάντηση ήταν σχεδόν προβλέψιμη: «χαμηλή». Συνταγογραφείτο τότε ένα συμπλήρωμα — συνήθως 50.000 μονάδες την εβδομάδα — και η συζήτηση τελείωνε εκεί. Δημιουργήθηκε έτσι η εντύπωση μιας «πανδημίας έλλειψης βιταμίνης D» που αφορούσε σχεδόν όλο τον πληθυσμό.

Εκείνη η εντύπωση ήταν, σε μεγάλο βαθμό, λάθος. Και σήμερα — με τις νέες οδηγίες της Αμερικανικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας του Ιουνίου 2024 — έχουμε επιτέλους μια συνεκτική, βασισμένη στις τελευταίες μεγάλες μελέτες, εικόνα του τι πραγματικά ισχύει για τη βιταμίνη D.

Σε αυτό το ενημερωμένο άρθρο θα δούμε: γιατί η «επιδημία» ήταν εν μέρει στατιστικό λάθος, τι έδειξαν οι μεγάλες μελέτες της δεκαετίας 2018–2025, ποιες είναι οι νέες συστάσεις, και — το πιο πρακτικό — αν εσείς προσωπικά θα έπρεπε να παίρνετε βιταμίνη D ή να ελέγχετε τα επίπεδά σας.

Ποια η σημασία της βιταμίνης D για τον ανθρώπινο οργανισμό;

Υπάρχουν ελάχιστα ερευνητικά δεδομένα που να δείχνουν ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα 25(OH)D έχουν καλύτερη υγεία, με μοναδική εξαίρεση τη σκελετική υγεία. Έτσι, οι συστάσεις για βέλτιστα επίπεδα 25(OH)D αφορούν τη βελτιστοποίηση της υγείας των οστών. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D οδηγεί σε μειωμένη απορρόφηση στο έντερο ασβεστίου και φωσφόρου από τις διατροφικές πηγές, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα της παραθορμόνης. Ο δευτερογενής υπερπαραθυρεοειδισμός με τη σειρά του οδηγεί στην κινητοποίηση ασβεστίου από το σκελετό και την απώλεια φωσφόρου από τους νεφρούς, επηρεάζοντας αρνητικά την υγεία των οστών. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D σχετίζεται επίσης με μυϊκή αδυναμία, η οποία μπορεί να συμβάλει περαιτέρω σε αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.

Τι ακριβώς ήταν η «παρεξήγηση»

Το 2011 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Ιατρικής (Institute of Medicine) όρισε ως όριο επάρκειας τα 20 ng/mL για την 25-υδροξυβιταμίνη D στο αίμα. Λίγο αργότερα, η Endocrine Society θεώρησε το όριο αυτό υπερβολικά χαμηλό και ανέβασε τον στόχο στα 30 ng/mL.

Αυτή η μικρή αλλαγή είχε τεράστιες πρακτικές συνέπειες. Με ένα όριο των 30 ng/mL, ξαφνικά πάνω από το 40–60% του δυτικού πληθυσμού εμφανιζόταν ως «ανεπαρκές». Στις νότιες χώρες, παρά τον ήλιο, οι πραγματικές μετρήσεις σε ηλικιωμένους έδειχναν επίπεδα συχνά κάτω από 30 ng/mL — και έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι «όλοι έχουν έλλειψη βιταμίνης D».

Στην πραγματικότητα συνέβαιναν δύο πράγματα ταυτόχρονα:

Πρώτον, χρησιμοποιούσαμε ένα όριο που δεν είχε σαφή κλινική σημασία. Πολλοί άνθρωποι με τιμές 22–28 ng/mL είχαν τέλεια οστά, τέλειους μυς, καμία πραγματική παθολογία — απλά δεν έφταναν τον αυθαίρετο στόχο. Στις ΗΠΑ είχε χαρακτηριστεί ως «πλασματική επιδημία» (pandemic of vitamin D deficiency) από κορυφαίους ερευνητές ήδη από το 2016.

Δεύτερον, μπερδεύαμε τη συσχέτιση με την αιτιότητα. Ναι, τα άτομα με χαμηλή βιταμίνη D έχουν περισσότερα προβλήματα υγείας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η χαμηλή βιταμίνη D προκαλεί τα προβλήματα. Συχνότερη ερμηνεία: άτομα με παχυσαρκία, καθιστική ζωή, χρόνια νοσήματα, ή ηλικιωμένοι που μένουν περισσότερο μέσα, έχουν λιγότερη έκθεση στον ήλιο και χαμηλότερη βιταμίνη D ως αντανάκλαση της κακής κατάστασης υγείας — όχι ως αιτία της.

Η διαφορά μεταξύ συσχέτισης και αιτιότητας ακούγεται ακαδημαϊκή. Δεν είναι. Είναι η διαφορά μεταξύ ενός φαρμάκου που θεραπεύει και ενός φαρμάκου που δεν κάνει τίποτα.

Τι έδειξαν οι μεγάλες μελέτες 2018–2025

Όλη η συζήτηση θα είχε λυθεί αν η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D μείωνε πραγματικά τα προβλήματα υγείας σε μεγάλες, αυστηρά σχεδιασμένες μελέτες. Δεν τα μείωσε — τουλάχιστον όχι σε υγιείς ενηλίκους.

Μελέτη VITAL (2018, με συνέχιση δημοσιεύσεων μέχρι 2024). Η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη μελέτη βιταμίνης D που έχει γίνει ποτέ. 25.871 άτομα ηλικίας 50+ ετών έλαβαν 2.000 μονάδες βιταμίνης D την ημέρα ή εικονικό φάρμακο για 5 χρόνια. Αποτελέσματα:

  • Καρδιαγγειακά συμβάντα: Καμία μείωση
  • Καρκίνος: Καμία μείωση στη συνολική επίπτωση. Πιθανή μικρή μείωση στη θνησιμότητα από καρκίνο μετά τα 2 χρόνια χρήσης (αναμένεται επιβεβαίωση).
  • Κολπική μαρμαρυγή: Καμία μείωση
  • Κατάθλιψη: Καμία μείωση
  • Σακχαρώδης διαβήτης: Καμία πρόληψη σε γενικό πληθυσμό

Μελέτη D-Health (2024). 21.315 Αυστραλοί ηλικίας 60–84 ετών έλαβαν 60.000 μονάδες βιταμίνης D τον μήνα ή εικονικό φάρμακο για 5 χρόνια. Καμία μείωση στη συνολική θνησιμότητα. Καμία μείωση σε καρδιαγγειακά ή καρκίνο.

Μελέτες για πτώσεις και κατάγματα (Bischoff-Ferrari, μεταναλύσεις 2023–2025). Οι μετα-αναλύσεις των τελευταίων ετών έδειξαν ότι η βιταμίνη D δεν μειώνει τις πτώσεις σε ηλικιωμένους που ζουν στην κοινότητα και δεν βελτιώνει σημαντικά τη μυϊκή μάζα ή ισχύ.

Παιδιά και έγκυοι. Εδώ τα δεδομένα είναι σαφέστερα: η βιταμίνη D παραμένει σημαντική. Στα παιδιά αποτρέπει τον ραχιτισμό, και στις έγκυες υπάρχουν ενδείξεις μείωσης κινδύνου προεκλαμψίας και πρόωρου τοκετού.

Οι νέες οδηγίες της Endocrine Society (Ιούνιος 2024)

Με βάση όλα αυτά τα δεδομένα, η ίδια η Endocrine Society — που το 2011 είχε υψηλώσει τον στόχο στα 30 ng/mL — αναθεώρησε ριζικά τη θέση της τον Ιούνιο του 2024. Οι σημαντικότερες αλλαγές:

1. Όχι πλέον στόχος τα 30 ng/mL

Η Endocrine Society εγκατέλειψε τον στόχο των 30 ng/mL. Δεν συνιστά πια κανένα συγκεκριμένο επίπεδο ως «στόχο» για τη γενική υγεία. Δεν χαρακτηρίζει πια αυθαίρετα τους όρους «επαρκές», «ανεπαρκές» ή «έλλειψη» στον γενικό πληθυσμό.

2. Όχι ρουτίνα εξετάσεις 25(OH)D σε υγιείς ενηλίκους

Αυτή είναι ίσως η πιο πρακτική αλλαγή. Η εξέταση 25-υδροξυβιταμίνη D δεν συνιστάται πλέον ως ρουτίνα σε:

  • Υγιείς ενηλίκους χωρίς συγκεκριμένη ένδειξη
  • Άτομα με παχυσαρκία (αν δεν υπάρχει άλλη ένδειξη)
  • Άτομα με σκουρόχρωμη επιδερμίδα (αν δεν υπάρχει άλλη ένδειξη)
  • Έγκυες (αν δεν υπάρχει άλλη ένδειξη)

Αυτό ανατρέπει μια πρακτική 15 ετών στην οποία η εξέταση ζητούνταν σχεδόν αυτόματα.

3. Όχι ρουτίνα συμπλήρωμα σε υγιείς ενηλίκους <75 ετών

Σε υγιείς ενηλίκους ηλικίας 19–74 ετών χωρίς ειδικές ενδείξεις, η Endocrine Society δεν συνιστά συμπλήρωμα βιταμίνης D πέραν της συνιστώμενης ημερήσιας πρόσληψης (RDA): 600 μονάδες/ημέρα, που καλύπτονται εύκολα από τη διατροφή και ελάχιστη έκθεση στον ήλιο.

4. Σαφείς εξαιρέσεις όπου η βιταμίνη D ωφελεί

Η Endocrine Society συνιστά εμπειρική συμπλήρωση (χωρίς απαραίτητα μέτρηση πρώτα) σε:

Παιδιά και εφήβους (1–18 ετών): Για την πρόληψη του ραχιτισμού και πιθανή μείωση των λοιμώξεων αναπνευστικού.

Έγκυες γυναίκες: Για πιθανή μείωση κινδύνου προεκλαμψίας, ενδομήτριας θνησιμότητας, πρόωρου τοκετού και νεογνικής θνησιμότητας.

Ενήλικες ≥75 ετών: Για πιθανή μείωση της συνολικής θνησιμότητας. Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα φαίνεται να υπάρχει πραγματικό όφελος, ίσως επειδή η σύνθεση βιταμίνης D στο δέρμα φθίνει με την ηλικία και η έκθεση στον ήλιο μειώνεται.

Άτομα με προδιαβήτη υψηλού κινδύνου: Για πιθανή μείωση εξέλιξης σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

5. Καθημερινή χαμηλή δόση, όχι εβδομαδιαία υψηλή

Σε ασθενείς ≥50 ετών που έχουν ένδειξη για συμπλήρωμα, η Endocrine Society συνιστά καθημερινή λήψη χαμηλής δόσης αντί μηνιαίας ή εβδομαδιαίας υψηλής δόσης. Αυτό αντιστρέφει την πρακτική που είχε επικρατήσει στην Ελλάδα με τις «μπολούς» δόσεις των 50.000 μονάδων/εβδομάδα ή ακόμη και τις μηνιαίες ενέσεις των 300.000 μονάδων.

Σε ποιους εξακολουθεί να χρειάζεται μέτρηση και θεραπεία

Παρά την αναστροφή των οδηγιών, υπάρχουν συγκεκριμένες κλινικές καταστάσεις στις οποίες η μέτρηση και — αν χρειαστεί — η συμπλήρωση βιταμίνης D εξακολουθεί να έχει σαφή ένδειξη:

  • Οστεοπενία ή οστεοπόρωση, ειδικά πριν την έναρξη φαρμάκων όπως διφωσφονικά ή denosumab
  • Συχνά κατάγματα ή κάταγμα από χαμηλή βία (π.χ. πτώση από όρθια θέση)
  • Σύνδρομα δυσαπορρόφησης: κοιλιοκάκη, νόσος Crohn, μετά από βαριατρική χειρουργική, παγκρεατική ανεπάρκεια
  • Χρόνια νεφρική νόσος (συχνά απαιτείται ενεργή μορφή — αλφακαλσιδόλη ή καλσιτριόλη)
  • Χρόνια λήψη γλυκοκορτικοειδών ή αντιεπιληπτικών
  • Πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός ή υποπαραθυρεοειδισμός
  • Σαρκοείδωση και άλλα κοκκιωματώδη νοσήματα — εδώ η προσοχή είναι αντίθετη: κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας
  • Αδυναμία μυών χωρίς εξήγηση, ειδικά σε ηλικιωμένους

Ποια βιταμίνη D πρέπει να μετράται;

Μπορεί η μέτρηση βιταμίνης D που συνήθως γίνεται να είναι λάθος; Στο αίμα, η 25(OH)D είναι η κύρια μορφή κυκλοφορίας και αντανακλά τόσο τις ενδογενείς όσο και τις εξωγενείς πηγές. Έχει χρόνο ημιζωής 2 έως 3 εβδομάδες και θεωρείται από παλιά ότι είναι ο καλύτερος δείκτης της κατάστασης της βιταμίνης D, αν και η 25(OH)D είναι σε μεγάλο βαθμό βιολογικά αδρανής.

Η ενεργοποιημένη μορφή, 1,25-διυδροξυβιταμίνη D (επίσης γνωστή ως καλσιτριόλη), παρέχει τη βιολογική δραστικότητα μέσω της σύνδεσης του πυρηνικού υποδοχέα της βιταμίνης D στο λεπτό έντερο, τους νεφρούς και άλλους ιστούς. Ωστόσο, δεδομένου του μικρού χρόνου ημιζωής και της αυστηρά ελεγχόμενης ρύθμισής της, τα επίπεδα καλσιτριόλης δεν αντικατοπτρίζουν επαρκώς τις αποθήκες βιταμίνης D.

Επιπλέον, είναι δύσκολο να μετρηθεί η 25(OH)D με ακρίβεια, με αποτέλεσμα συχνά να γίνεται υπερεκτίμηση ή υποτίμηση των επιπέδων της 25(OH)D με τις συνήθως χρησιμοποιούμενες ανοσοτεχνικές. Αυτό έχει βελτιωθεί με την προσθήκη του προγράμματος προτυοποίησης της βιταμίνης D και σήμερα η προτιμώμενη μέθοδος είναι η υγρή χρωματογραφία-φασματομετρία μάζας (liquid chromatography-mass spectrometry), αν και είναι άγνωστο κατά πόσο διαδεδομένη είναι στα εργαστήρια.

Ακόμη, η 25(OH)D κυκλοφορεί στο αίμα κυρίως σε δεσμευμένη μορφή, με μόνο το 10% έως 15% να είναι βιοδιαθέσιμο. Οι τρέχουσες κλινικές εξετάσεις δεν διακρίνουν μεταξύ δεσμευμένης και βιοδιαθέσιμης μορφής. Άλλοι νέοι δείκτες της βιταμίνης D, όπως η ελεύθερη (Free) βιταμίνη D, μπορεί να αντικατοπτρίζουν καλύτερα τα επίπεδα της βιταμίνης D και, κατά συνέπεια, να προσδιορίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια εκείνους που θα επωφεληθούν από τη χορήγηση βιταμίνης D. Αυτό όμως παραμένει ακόμη αντικείμενο έρευνας.

Από ποιο επίπεδο και πάνω υπάρχει επάρκεια βιταμίνης D;

Το Ινστιτούτο Ιατρικής έχει ορίσει ως ανεπάρκεια της βιταμίνης D το επίπεδο 25(OH)D λιγότερο από 12 ng/mL, ενώ τα επίπεδα άνω του 20 ng/mL θεωρούνται επαρκή για τα οστά και τη συνολική υγεία. Η Ενδοκρινολογική Εταιρεία έχει ταξινομήσει τα επίπεδα 25(OH)D κάτω του 20 ng/mL ως ανεπαρκή και άνω του 30 ng/mL ως βέλτιστα. Αυτά τα όρια για ανεπάρκεια της βιταμίνης D έχουν οριστεί, εν μέρει, με βάση τα επίπεδα στα οποία τα επίπεδα της παραθορμόνης αρχίζουν να γίνονται φυσιολογικά.

Ένα σημαντικό ζήτημα με τη χρήση της 25(OH)D ως δείκτη της κατάστασης της υγείας των οστών είναι τα παράδοξα ευρήματα που υπάρχουν ανά φυλή. Οι μαύροι ενήλικες που ζουν σε βόρεια γεωγραφικά πλάτη έχουν χαμηλότερα επίπεδα 25(OH)D από τα άτομα με ανοιχτόχρωμο δέρμα λόγω μειωμένης απορρόφησης υπεριώδους ακτινοβολίας UV-B. Παρόλα αυτά, οι μαύρες γυναίκες έχουν γενικά χαμηλότερα ποσοστά καταγμάτων και υψηλότερη οστική πυκνότητα από ό, τι οι λευκές γυναίκες. Έτσι, η επάρκεια μπορεί να είναι δύσκολο να καθοριστεί σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Γιατί υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι με ανεπάρκεια βιταμίνης D;

Περίπου οι μισοί ενήλικες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως έχοντες ανεπάρκεια ή έλλειψη βιταμίνης D  εάν χρησιμοποιηθούν οι υπάρχοντες ορισμοί, με υψηλότερα ποσοστά να ανευρίσκονται σε φυλετικές/εθνικές μειονότητες, συμπεριλαμβανομένων των Μαύρων και των Ισπανοφώνων. Αυτό θα υποδήλωνε σχεδόν παγκόσμια ανεπάρκεια βιταμίνης D.

Το να βάλεις σε κάποιο ασυμπτωματικό άτομο τη διάγνωση της ανεπάρκειας βιταμίνης D δεν είναι άμοιρο συνεπειών: θα προσθέσει άγχος στον ασθενή, θα επιφέρει ένα κόστος θεραπείας για την αναπλήρωση της βιταμίνης και ένα κόστος για την παρακολούθηση των επιπέδων της ενώ θα συνταγογραφηθούν χάπια στο συγκεκριμένο άτομο. Επιπλέον, υπάρχει η σπάνια αλλά υπαρκτή πιθανότητα τοξικών επιδράσεων της βιταμίνης D με την υπερβολική θεραπεία, που μπορεί να οδηγήσει στις ανεπιθύμητες κλινικές εκδηλώσεις της υπερασβεστιαιμίας και της υπερασβεστιουρίας. Ακόμη και χωρίς εμφανή υπερασβεστιαιμία, ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι η καθημερινή χορήγηση βιταμίνης D σε δόση μεγαλύτερη από 4000 IU μπορεί ακόμη και να μειώσει την υγεία των οστών και να αυξήσει τον κίνδυνο πτώσης. Η συνδυασμένη χορήγηση βιταμίνης D και ασβεστίου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για νεφρολιθίαση. Έτσι, η χορήγηση βιταμίνης D πάνω από τα συνιστώμενα ημερήσια όρια δεν πρέπει να θεωρείται ακίνδυνη.

Τι ισχύει για την Ελλάδα

Παρά το ηλιόλουστο κλίμα, η Ελλάδα δεν έχει χαμηλό ποσοστό «έλλειψης βιταμίνης D» όπως θα περίμενε κανείς. Οι λόγοι:

  • Πολιτιστική αποφυγή του μεσημεριανού ήλιου (καπέλα, αντηλιακά, σκιά) — λογικό λόγω καρκίνου του δέρματος, αλλά μειώνει τη σύνθεση βιταμίνης D
  • Ηλικιωμένος πληθυσμός με μειωμένη ικανότητα σύνθεσης
  • Παχυσαρκία που «δεσμεύει» τη βιταμίνη D στον λιπώδη ιστό
  • Καπνός και ρύπανση στις πόλεις που μειώνουν τη διέλευση της UVB ακτινοβολίας

Όλα αυτά εξηγούν γιατί ακόμη και Έλληνες με ικανοποιητική έκθεση στον ήλιο εμφανίζουν τιμές κάτω από 30 ng/mL. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτόματα ότι χρειάζονται φάρμακο — όπως ακριβώς λένε οι νέες οδηγίες.

Πρακτικές οδηγίες: τι να κάνετε εσείς το 2026

Σενάριο 1: Είστε υγιής ενήλικας 19–74 ετών χωρίς ειδικά προβλήματα υγείας. Δεν χρειάζεται να κάνετε εξέταση βιταμίνης D. Δεν χρειάζεται συμπλήρωμα. Στόχος είναι:

  • 15–20 λεπτά ηλιακής έκθεσης 3–4 φορές την εβδομάδα (χέρια και πρόσωπο, χωρίς αντηλιακό για αυτό το σύντομο διάστημα, εκτός μεσημεριανών ωρών το καλοκαίρι)
  • Διατροφή πλούσια σε λιπαρά ψάρια (σολομός, σαρδέλα), εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά, αυγά
  • 600 μονάδες RDA από τις παραπάνω πηγές καλύπτονται εύκολα

Σενάριο 2: Είστε >75 ετών. Πιθανότατα ωφελείστε από ένα καθημερινό συμπλήρωμα 800–1.000 μονάδων βιταμίνης D3. Αν παίρνετε ήδη μηνιαία υψηλή δόση, συζητήστε με τον γιατρό την αλλαγή σε καθημερινή λήψη.

Σενάριο 3: Είστε έγκυος. Συνεχίστε τα προγεννητικά πολυβιταμινούχα συμπληρώματα που σας έχει συστήσει ο γυναικολόγος σας — περιέχουν βιταμίνη D. Δεν χρειάζεται ρουτίνα μέτρηση.

Σενάριο 4: Έχετε οστεοπόρωση, σύνδρομο δυσαπορρόφησης, νεφρική ανεπάρκεια ή άλλη ειδική κατάσταση. Εδώ η μέτρηση και η εξατομικευμένη συμπλήρωση εξακολουθούν να έχουν σαφή ρόλο. Συνεχίστε όπως σας έχει πει ο γιατρός σας.

Σενάριο 5: Παίρνετε ήδη βιταμίνη D εδώ και χρόνια χωρίς να ξέρετε γιατί. Αυτό είναι το πιο συχνό σενάριο. Συζητήστε στο επόμενο ραντεβού με τον παθολόγο σας:

  • Ποιος ήταν ο αρχικός λόγος;
  • Είναι αυτός ο λόγος ακόμη ισχυρός;
  • Με βάση τις νέες οδηγίες, χρειάζεται να συνεχίσετε;

Σε πολλές περιπτώσεις η απάντηση θα είναι «όχι, μπορούμε να σταματήσουμε».

Κίνδυνοι από υπερβολική λήψη βιταμίνης D

Δεν θα έπρεπε να αγνοούμε τους κινδύνους της υπερβολικής λήψης. Δόσεις πάνω από 4.000 μονάδες/ημέρα για παρατεταμένο διάστημα μπορεί να προκαλέσουν:

  • Υπερασβεστιαιμία (αυξημένο ασβέστιο αίματος): αδυναμία, ναυτία, σύγχυση, καρδιακή αρρυθμία
  • Νεφρική βλάβη: αφυδάτωση, πέτρες στα νεφρά, οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Ασβεστοποίηση μαλακών ιστών: σπάνιο αλλά σοβαρό

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρής τοξικότητας από συμπληρώματα που πωλούνται ελεύθερα — ειδικά όταν συνδυάζονται με υψηλή πρόσληψη ασβεστίου. Περισσότερο δεν είναι καλύτερα.

Συμπέρασμα: μια αναγκαία αναστροφή

Η ιστορία της βιταμίνης D είναι ένα από τα πιο διδακτικά παραδείγματα του πώς ένα καλά τεκμηριωμένο εύρημα (η σύνδεση χαμηλής βιταμίνης D με κακή υγεία) μπορεί να παρερμηνευθεί σε σύσταση μαζικής συμπλήρωσης που τελικά δεν προσφέρει το αναμενόμενο όφελος.

Σήμερα, με τα δεδομένα του 2024–2026, η εικόνα είναι σαφής: η βιταμίνη D δεν είναι το «πανάκεια» που νομίζαμε. Είναι σημαντική για συγκεκριμένες ομάδες (παιδιά, έγκυες, ηλικιωμένοι >75, ασθενείς με ειδικές καταστάσεις) και ασήμαντη ως «προληπτικό συμπλήρωμα» για τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Αν παίρνετε βιταμίνη D εδώ και χρόνια «επειδή έτσι μου είπαν», ίσως ήρθε η ώρα για μια ενημερωμένη συζήτηση με τον γιατρό σας. Όπως και με την ασπιρίνη, η σύγχρονη ιατρική προχωρά τόσο με αυτά που εισάγει όσο και με αυτά που αποσύρει. Η αποσυμπλήρωση όταν δεν χρειάζεται είναι εξίσου σοφή απόφαση με τη συμπλήρωση όταν χρειάζεται.


Ηρακλής Αβραμόπουλος
Διευθυντής Παθολογικής Κλινικής Νοσοκομείο Υγεία
Ιατρείο: Νεαπόλεως 9 Μαρούσι 15123
Τηλ: 6944881577, 210 6867060


Βιβλιογραφία

  1. Demay MB, Pittas AG, Bikle DD, et al. Vitamin D for the Prevention of Disease: An Endocrine Society Clinical Practice Guideline. J Clin Endocrinol Metab 2024;109(8):1907–1947. DOI: 10.1210/clinem/dgae290
  2. Manson JE, Cook NR, Lee IM, et al. Vitamin D Supplements and Prevention of Cancer and Cardiovascular Disease (VITAL). N Engl J Med 2019;380(1):33–44.
  3. Neale RE, Baxter C, Romero BD, et al. The D-Health Trial: a randomised controlled trial of the effect of vitamin D on mortality. Lancet Diabetes Endocrinol 2022;10(2):120–128.
  4. Manson JE, Bassuk SS. Vitamin D Deficiency — Is There Really a Pandemic? N Engl J Med 2016;375(19):1817–1820.
  5. LeFevre ML, LeFevre NM. Vitamin D Screening and Supplementation in Community-Dwelling Adults: Common Questions and Answers. Am Fam Physician 2018;97(4):254–260.
  6. Bischoff-Ferrari HA, Vellas B, Rizzoli R, et al. Effect of Vitamin D Supplementation, Omega-3 Fatty Acid Supplementation, or a Strength-Training Exercise Program on Clinical Outcomes in Older Adults: The DO-HEALTH Randomized Clinical Trial. JAMA 2020;324(18):1855–1868.
  7. Pittas AG, Dawson-Hughes B, Sheehan P, et al. Vitamin D Supplementation and Prevention of Type 2 Diabetes (D2d). N Engl J Med 2019;381(6):520–530.
  8. Appel LJ, Michos ED, Mitchell CM, et al. The Effects of Four Doses of Vitamin D Supplements on Falls in Older Adults: A Response-Adaptive, Randomized Clinical Trial. Ann Intern Med 2021;174(2):145–156.
  9. Holick MF, Binkley NC, Bischoff-Ferrari HA, et al. Evaluation, treatment, and prevention of vitamin D deficiency: an Endocrine Society clinical practice guideline. J Clin Endocrinol Metab 2011;96(7):1911–1930.
About Ηρακλής Αβραμόπουλος 1132 Articles
Παθολόγος και Διευθυντής Παθολογικής Κλινικής στο Νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ, με πάνω από 25 χρόνια εμπειρίας στη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων του ενήλικα — σακχαρώδης διαβήτης, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και καρδιαγγειακή πρόληψη. Ιδρυτής του medweb.gr.