Η διάγνωση της έλλειψης σιδήρου (σιδηροπενία) δεν είναι πάντα εύκολη

Η χαμηλή φερριτίνη συσχετίστηκε καλά με τα χαμηλά αποθέματα σιδήρου στον μυελό των οστών, αλλά κανένα εφικτό όριο φερριτίνης δεν απέκλεισε την σιδηροπενία με μεγάλη βεβαιότητα.

Η αναρρόφηση μυελού των οστών με χρώση σιδήρου είναι ο χρυσός κανόνας για τη διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας. Ωστόσο, επειδή πρόκριται για επεμβατική πράξη, οι κλινικοί γιατροί συνήθως βασίζονται σε διάφορους δείκτες σιδήρου, όπως ο σίδηρος ορού, η σιδηροδεσμευτική ικανότητα, ο κορεσμός τρανσφερίνης, η φερριτίνη, ο μέσος όγκος ερυθρών (MCV) και περιστασιακά, ο διαλυτός υποδοχέας τρανσφερίνης. Για να προσδιορίσουν ποια εξέταση έχει την καλύτερη απόδοση, οι ερευνητές συνέκριναν αναδρομικά τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων και της αναρρόφησης μυελού των οστών σε 6.610 ασθενείς με αιματολογικές διαταραχές.

Η φερριτίνη συσχετίστηκε καλύτερα με τις αποθήκες σιδήρου στον μυελό των οστών και ήταν ανώτερη από τον κορεσμό τρανσφερίνης, τον διαλυτό υποδοχέα τρανσφερίνης, την τρανσφερίνη, την αιμοσφαιρίνη και τον MCV. Ένα όριο φερριτίνης 30 µg/L ήταν ιδιαίτερα ειδικό για την σιδηροπενική αναιμία σε άνδρες (99%) και γυναίκες (97%), αλλά όχι τόσο ευαίσθητο (35% και 54%, αντίστοιχα). Κανένας συνδυασμός εξετάσεων δεν απέδωσε καλύτερα από τη φερριτίνη μόνη της. Τα χαμηλότερα όρια φερριτίνης που επιτρέπουν 95% αρνητική προγνωστική αξία ήταν 1750 µg/L για τις γυναίκες και 4967 µg/L για τους άνδρες.

Όταν η φερριτίνη είναι χαμηλή, η διάγνωση της ανεπάρκειας σιδήρου είναι απλή, αν και τα εύρη αναφοράς ποικίλλουν και η «χαμηλή» ορίζεται διαφορετικά μεταξύ εργαστηρίων και ιδρυμάτων. Αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει την υψηλή ειδικότητα και τη θετική προγνωστική αξία όταν η φερριτίνη είναι κάτω από 30 µg/L. Δυστυχώς, ωστόσο, δεν υπάρχει εφικτό όριο φερριτίνης για τον αποκλεισμό της ανεπάρκειας σιδήρου με υψηλή αρνητική προγνωστική αξία.

Ένα συχνό κλινικό ερωτηματικό προκύπτει όταν προσπαθούμε να εντοπίσουμε ποιοι ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο – με χαμηλό κορεσμό τρανσφερίνης και φυσιολογική έως αυξημένη φερριτίνη – έχουν ταυτόχρονα αναιμία από ανεπάρκεια σιδήρου. Αν και πολλοί αιματολόγοι χρησιμοποιούν το επίπεδο φερριτίνης >100 µg/L ως δείκτη επαρκών αποθεμάτων σιδήρου, η ακρίβεια αυτού του ορίου είναι ασαφής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την κλινική κρίση με βάση τους παράγοντες κινδύνου για ανεπάρκεια σιδήρου (π.χ. αιμορραγία, δυσαπορρόφηση) και λιγότερο τις χρησιμοποιούμενες εξετάσεις (διαλυτός υποδοχέας τρανσφερίνης), οι οποίες δυστυχώς μπορεί να υποαποδίδουν.

Βιβλιογραφία

Lahtiharju T et al. Ferritin outperforms other biomarkers in predicting bone marrow iron stores in patients with hematologic disorders. Blood Adv 2025 Apr 8; 9:1608.

About Ηρακλής Αβραμόπουλος 1132 Articles
Παθολόγος και Διευθυντής Παθολογικής Κλινικής στο Νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ, με πάνω από 25 χρόνια εμπειρίας στη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων του ενήλικα — σακχαρώδης διαβήτης, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και καρδιαγγειακή πρόληψη. Ιδρυτής του medweb.gr.